βύζαγμα

βύζαγμα
τό
1) кормление грудью, вскармливание; 2) сосание груди; 3) перен. вытягивание, вымогание (денег)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "βύζαγμα" в других словарях:

  • βύζαγμα — βύζαγμα, το και βύζαμα, το και βύζασμα, το 1. οθηλασμός: Η μητέρα απολάμβανε το βύζαγμα του παιδιού της. 2. η απομύζηση, η εκμετάλλευση: Του κάνουν γερό βύζαγμα τα παιδιά του, παρόλο που ζουν μακριά του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βύζαγμα — και βύζασμα, το [βυζαίνω] 1. θηλασμός, γαλουχία των νεογνών 2. η απομύζηση, το ρούφηγμα 3. η οικονομική απομύζηση κάποιου προσώπου, το να του παίρνουν διαρκώς χρήματα …   Dictionary of Greek

  • απομύζηση — η 1. βυζαγμα, απορρόφηση 2. βαθμιαία αφαίρεση πόρων ή δυνάμεων, εκμετάλλευση, αφαίμαξη. [ΕΤΥΜΟΛ. < απομυζώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1884 στον Ποθητό Ψαρά] …   Dictionary of Greek

  • γαλούχημα — το [γαλουχώ] 1. θηλασμός, βύζαγμα 2. το βρέφος το οποίο θηλάζει …   Dictionary of Greek

  • εκμύζηση — η (AM ἐκμύζησις) βύζαγμα, πιπίλισμα νεοελλ. μτφ. απομύζηση …   Dictionary of Greek

  • μύζηση — η (Α μύζησις) η ενέργεια τού μυζώ, απομύζηση, βύζαγμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μύζω (ΙΙ) «ρουφώ, πιπιλίζω», με επίδραση τού ενεστ. μυζώ] …   Dictionary of Greek

  • απομύζηση — η βύζαγμα: Με την απομύζηση του ιδρώτα των άλλων αυτός πλούτιζε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βυζί — το 1. ο μαστός του ανθρώπου και των θηλαστικών ζώων: Ήπιε πολύ γάλα από το βυζί της μάνας του. 2. ο θηλασμός, το βύζαγμα: Το μωρό γυρεύει συνέχεια βυζί. 3. μτφ., πηγή ωφελημάτων: Βρήκε βυζί και βυζαίνει. 4. μτφ., ό,τι μοιάζει με μαστό: Τα βυζιά… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γαλούχημα — το 1.ο θηλασμός, το βύζαγμα. 2. το παιδί που θηλάζει: Χαίρεται με το γαλούχημά της …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γαλούχηση — η 1. ο θηλασμός, το βύζαγμα: Η μητέρα σταμάτησε τη γαλούχηση του μωρού μετά τον έκτο μήνα. 2. η ανατροφή, η παιδαγώγηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θήλασμα — το, ατος βύζαγμα: Σταμάτησε το θήλασμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»